Article, Nellie Bly, Photos, Video

Aikaterinitempeli Blog (Greek) on Nellie Bly, February 13, 2024

February 13, 2024

To read on the blog’s website, sourced from my Nellie Bly: Daredevil, Reporter, Feminist, click here.

 

Η Nellie Bly «10 μέρες σ’ ένα φρενοκομείο»

Το «10 μέρες σ’ ένα φρενοκομείο» είναι μία απ’ τις ταινίες που ξαναείδα πρόσφατα κι αφού δεν σας έχω γράψει ως τώρα γι’ αυτήν αλλά ούτε και για τη γυναίκα που αποφάσισε στ’ αλήθεια να μπει εθελοντικά σ’ ένα άσυλο της εποχής της ώστε να καταγράψει τις συνθήκες νοσηλείας, ήρθε η ώρα να το κάνω τώρα.

Για να γνωρίσουμε λοιπόν περισσότερο την πρωταγωνίστρια όλων αυτών, την Νellie Bly (πήρε το ψευδώνυμο της απ’ το ομώνυμο τραγούδι του Stephen Foster), όπως ήταν γνωστή, δηλαδή την Elizabeth Cochran, που γεννήθηκε στις 5 Μαΐου 1864, στο Cochran’s Mills της Πενσυλβάνια. Καθώς ο πατέρας της πέθανε νέος κι η περιουσία του μοιράστηκε στα πολλά παιδιά του και στη δεύτερη σύζυγό του (τη μητέρα της Bly), η οικογένεια άρχισε να δυσκολεύεται οικονομικά. Από νεαρή ηλικία, εκείνη δούλευε σε πολλές δουλειές για να συνδράμει, αλλά οι απολαβές της ήταν πενιχρές. Το 1880, η οικογένεια μετακόμισε στην πόλη Allegheny της Πενσυλβάνια (η πόλη προσαρτήθηκε από το Pittsburgh το 1907). Μια μέρα, η Bly διάβασε ένα άρθρο στο Pittsburgh Dispatch που εναντιωνόταν στις γυναίκες στο χώρο εργασίας (το άρθρο υποστήριζε ότι οι γυναίκες είναι καλές μόνο για ν’ αναθρέφουν παιδιά και να φροντίζουν τα οικιακά) κι έγραψε μια επιστολή στον εκδότη της εφημερίδας, διατυπώνοντας αντίθετη άποψη για το θέμα. Ο αρχισυντάκτης George Madden εντυπωσιάστηκε και στην επόμενη έκδοση της εφημερίδας, ζήτησε από την συγγραφέα της επιστολής να εμφανιστεί.

Η κοπέλα, όπως αναφέρει και στο αφιέρωμα της (απ’ το οποίο δανείστηκα τις τρεις πρώτες φωτογραφίες) που θα βρείτε εδώ, η Rachel Pfeiffer, εμφανίστηκε όντως στο γραφείο του Dispatch και σύντομα είχε μια δουλειά και ένα ψευδώνυμο—Nellie Bly. Σ’ ένα απ’ τα πρώτα άρθρα της, αποκάλυψε τις συνθήκες φτωχών εργαζομένων κοριτσιών στο Pittsburgh. Σε ηλικία 21 ετών πήγε στο Μεξικό και έστελνε ανταποκρίσεις για την εφημερίδα της, μέχρι που η κριτική της για τη λογοκρισία της χώρας παραλίγο να οδηγήσει στη σύλληψή της. Ωστόσο, η πλειονότητα των άρθρων που της ανέθεσε το Dispatch ήταν απλά κείμενα «γυναικείου ενδιαφέροντος» για την ψυχαγωγία, τις τέχνες ή τη μόδα. Η Bly δεν ήταν ικανοποιημένη γράφοντας τέτοια άρθρα, έτσι το 1887 ετοίμασε τις βαλίτσες της και κατευθύνθηκε προς τη Νέα Υόρκη.

Προσπάθησε να βρει δουλειά εκεί, σε κάποια εφημερίδα ψάχνοντας για μερικούς μήνες χωρίς αποτέλεσμα, αλλά δεν πτοήθηκε και δε σκόπευε να επιστρέψει στο Pittsburgh ηττημένη. Η παραίτηση δεν ήταν επιλογή. Ένα βράδυ λοιπόν εμφανίστηκε στα γραφεία του The New York World του Joseph Pulitzer και απαίτησε να δει τον αρχισυντάκτη John Cockerill. Αφού συζήτησαν οι δυο τους κι εκείνος απέρριψε την ιδέα για ένα άρθρο που είχε τότε στο μυαλό της, της πρότεινε να ερευνήσει τις συνθήκες νοσηλείας στο Women’s Lunatic Asylum, ένα ψυχιατρικό ίδρυμα στο Blackwell’s Island (τώρα γνωστό ως Roosevelt Island), στην πόλη της Νέας Υόρκης. «Πώς θα με βγάλεις;» τον ρώτησε. «Δεν ξέρω», της απάντησε ο Cockerill. «Μόνο μπες μέσα». Κι είναι αυτή μία απ’ τις σκηνές που θα δείτε και στην ταινία. Τι απέμενε να κάνει λοιπόν; Να προσπαθήσει να προσποιηθεί την τρελή, όπως βλέπετε στην ακόλουθη φωτογραφία. Και το κατάφερε το 1887.

Η Bly ανακάλυψε γρήγορα ότι οι ζοφερές φήμες για το φρενοκομείο ήταν αληθινές. Το φαγητό και οι συνθήκες ήταν φρικτές. Πολλές γυναίκες εκεί είχαν άδικα εγκλειστεί, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων μεταναστατριων που δεν είχαν την ευκαιρία να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους άρα και το εξιτήριό τους, επειδή δε γνώριζαν τη γλώσσα. Οι νοσοκόμες και οι φροντιστές αντιμετώπιζαν όλες τις έγκλειστες με περιφρόνηση και σκληρότητα (η Bly εκτός από τις δικές της εμπειρίες, συγκέντρωσε και μαρτυρίες άλλων γυναικών). Αφού εισήχθη πάντως, ενήργησε απολύτως φυσιολογικά και εξήγησε στους γιατρούς ότι έπρεπε να εξεταστεί και να φύγει. Όμως όπως αναφέρεται εδώ στο άρθρο της Amber Paranick, διαπίστωσε ότι κι αυτό λειτουργούσε εναντίον της: «Από τη στιγμή που μπήκα στο τμήμα φρενοβλαβών στο νησί δεν έκανα καμία προσπάθεια να διατηρήσω τον ρόλο της τρελής. Μιλούσα και συμπεριφερόμουν όπως στην κανονική μου ζωή. Ωστόσο, παράξενο θα πω, όσο πιο λογικά μιλούσα και ενεργούσα, τόσο πιο τρελή με θεωρούσαν όλοι, εκτός από έναν γιατρό, του οποίου την καλοσύνη και τους ευγενικούς τρόπους δεν θα ξεχάσω...». Γρήγορα έμαθε ότι ο μόνος τρόπος διαφυγής της απ’ το άσυλο, θα ήταν κάποιος από τον έξω κόσμο που θα ερχόταν για να την πάρει. «Το φρενοκομείο στο νησί Blackwell είναι μια ανθρώπινη παγίδα», έγραψε. «Είναι εύκολο να μπεις, αλλά από τη στιγμή που βρεθείς εκεί είναι αδύνατο να βγεις», εξήγησε. Μετά από 10 ημέρες εγκλεισμού πάντως, ένας δικηγόρος από τη Νέα Υόρκη σταλμένος απ’ την εφημερίδα για την οποία εργαζόταν, πήγε εκεί και την απελευθέρωσε. Η Bly βρέθηκε σε περίεργη σύγκρουση κατά την αναχώρησή της. «Ανυπομονούσα τόσο πολύ να φύγω από αυτό το φρικτό μέρος, αλλά όταν ήρθε η αποφυλάκισή μου… υπήρχε κάποιος πόνος στην αποχώρηση», σχολίαζε. «Για δέκα μέρες ήμουν μία από εκείνες. Αρκετά ανόητο, φαινόταν πολύ εγωιστικό, να τις αφήσω στα βάσανά τους».

Η Bly έγραψε μετέπειτα μια σειρά άρθρων για όσα ανακάλυψε στο άσυλο, τα οποία στη συνέχεια συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο, με τίτλο «Δέκα μέρες σε ένα φρενοκομείο» το οποίο θα βρείτε ελεύθερα διαθέσιμο στ’ αγγλικά, εδώ. Αργότερα, κατέθεσε σε μια μεγάλη εξεταστική επιτροπή τις εμπειρίες της. Αυτό οδήγησε σε αύξηση της χρηματοδότησης για το Blackwell’s (η πίστωση του προϋπολογισμού για το Υπουργείο Δημόσιων Φιλανθρωπικών Οργανώσεων και Σωφρονισμών αυξήθηκε από 1,5 εκατομμύρια δολάρια σε 2,34 εκατομμύρια δολάρια και 50.000 δολάρια προορίζονταν ειδικά για το άσυλο αυτό, το οποίο επτά χρόνια μετά τη δημοσίευση της έκθεσης, έκλεισε) και ανάλογα ιδρύματα, για να παρέχουν επαρκή επιτέλους φροντίδα στους ασθενείς.

Ήταν στην Ευρώπη όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, γι’ αυτό υπηρέτησε ως πολεμική ανταποκρίτρια, με θάρρος στην πρώτη γραμμή. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρω επίσης, ότι έγινε ευρέως γνωστή για το ταξίδι της σε όλο τον κόσμο σε 72 ημέρες, που πραγματοποιήθηκε το 1890 κι αποτέλεσε μια προσπάθεια να μιμηθεί την πορεία του φανταστικού χαρακτήρα του Ιουλίου Βερν, Φιλέα Φογκ (η Elizabeth Bisland Wetmore, δημοσιογράφος και συγγραφέας που υπήρξε στενή φίλη του Λευκάδιου Χερν, καθώς και μετέπειτα βιογράφος του συμμετείχε σ’ αυτόν τον διαγωνισμό, τον οποίο κέρδισε η Bly). Πολύ περισσότερα πράγματα για ‘κεινη, θα μάθετε αν διαβάσετε το ακόλουθο βιβλίο της Brooke Kroeger κι έτσι δε χρειάζεται να γράψω περισσότερα εγώ σ’ αυτή τη φάση.

Καλύτερα να πάμε στην ταινία λοιπόν, η οποία έχει αδυναμίες μεν (αχρείαστο μελοδραματισμό, για παράδειγμα), δεν απέφερε τα αναμενόμενα κέρδη εισπρακτικά (το αναφέρω για την ιστορία), αλλά για μένα το θέμα της είναι πιο σημαντικό απ’ όλα αυτά, κι υποθέτω και για ‘σας, αν φτάσατε ως εδώ διαβάζοντας αυτήν την ανάρτηση. Αναπαριστά το ζοφερό κόσμο των ολοπαγών ιδρυμάτων του παρελθόντος, μας φέρνει μοιραία στο μυαλό τον Erving Goffman και το μνημειώδες βιβλίο του «Άσυλα» κι επιπλέον μας θυμίζει, δυστυχώς, ότι κάποια πράγματα ακόμη δεν άλλαξαν, όσον αφορά την αντιμετώπιση των ανθρώπων με ψυχιατρικά προβληματα (που αν συμβαίνει να είναι και πρόσφυγες, αν δε μιλούν τη γλώσσα, είναι σε ακόμη χειρότερη μοίρα). Η απαξίωση τους, η ακύρωση του λόγου τους, η καταπάτηση των δικαιωμάτων τους, η αντικειμενοποίηση τους, κ.α., συμβαίνουν κι αυτή τη στιγμή σε πάμπολλους, υποτίθεται εκσυχρονισμένους χώρους, σε δομές που μοιάζουν μοντέρνες αλλά λειτουργούν με απόλυτα ασυλιακο τρόπο. Οι παραλληλισμοί που μας φέρνει στο νου η ταινία, κάποια άτομα από ’μας μας απασχολούν καθημερινά γιατί είναι τόσα πολλά τα κακώς κείμενα που πρέπει ν’ αλλάξουν και συχνά αντί για πρόοδο διαπιστώνουμε οπισθοδρόμηση στις νομοθετικές ρυθμίσεις του συστήματος.

Κλείνοντας, θα γράψω ότι προτιμότερο είναι γενικώς να διαβάζουμε τα βιβλία στα οποία βασίζονται ακολούθως οι ταινίες, αλλά γνωρίζοντας ότι δεν είμαστε και πάμπολλοι οι άνθρωποι που διαβάζουμε συστηματικά στην Ελλάδα, σκέφτομαι ότι και να δείτε την ταινία, έστω, κάποιο προβληματισμό θα σας δημιουργήσει για τη βαρβαρότητα με την οποία διαχρονικά, οι περισσότεροι ειδικοί του κυρίαρχου συστήματος φέρονται στα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, που εξακολουθούν να καθηλώνονται, να υφίστανται αμφιβόλου αποτελεσματικότητας «θεραπείες», κ.ο.κ. Κι αυτό δεν είναι λίγο._